

Κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα παρακολουθούμε σχεδόν το ίδιο έργο. Μεγάλες πυρκαγιές, δάση που χάνονται μέσα σε λίγες ώρες, οικισμοί που εκκενώνονται, άνθρωποι που βλέπουν τις περιουσίες τους να καταστρέφονται και πυροσβέστες που δίνουν μια άνιση μάχη με τις φλόγες. Και όταν η καταστροφή ολοκληρωθεί, ακούμε σχεδόν πάντα την ίδια εξήγηση: ακραίες θερμοκρασίες, ισχυροί άνεμοι, παρατεταμένη ξηρασία και, πάνω απ’ όλα, κλιματική κρίση.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η κλιματική κρίση δεν υπάρχει ή ότι δεν κάνει τις πυρκαγιές δυσκολότερες και πιο επικίνδυνες. Όμως εδώ υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση. Για την κλιματική αλλαγή γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες. Δεν εμφανίστηκε ξαφνικά το καλοκαίρι του 2023, του 2024 ή του 2026. Αν λοιπόν μία κυβέρνηση γνωρίζει ότι η χώρα της θα αντιμετωπίζει όλο και υψηλότερες θερμοκρασίες, μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας και αυξημένο κίνδυνο μεγάλων πυρκαγιών, τότε η λογική απάντηση δεν είναι να επικαλείται κάθε χρόνο την κλιματική κρίση. Η λογική απάντηση είναι να έχει προετοιμαστεί γι’ αυτήν.
Εδώ βρίσκεται για μένα το πραγματικό πολιτικό ζήτημα.
Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι έχει αυξήσει τον αριθμό των πυροσβεστών, ότι αγοράζει περισσότερα μέσα, ότι ενισχύει την Πολιτική Προστασία και ότι διαθέτει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για καθαρισμούς, αντιπυρικές ζώνες και έργα πρόληψης. Και καλώς προσλαμβάνονται πυροσβέστες. Καλώς αγοράζονται οχήματα και αεροσκάφη. Οι άνθρωποι αυτοί είναι απολύτως απαραίτητοι και πολλές φορές παλεύουν κάτω από ακραίες συνθήκες.
Όμως υπάρχει κάτι που συχνά χάνεται μέσα στη δημόσια συζήτηση: ο πυροσβέστης καλείται κυρίως όταν η φωτιά έχει ήδη ξεκινήσει.
Η πραγματική προστασία του δάσους αρχίζει πολύ νωρίτερα. Τον χειμώνα και την άνοιξη. Με καθαρισμούς, απομάκρυνση καύσιμης ύλης, σωστή δασική διαχείριση, πραγματικές αντιπυρικές ζώνες, προσβάσιμους δασικούς δρόμους, επιτήρηση και σχέδιο για κάθε περιοχή υψηλού κινδύνου. Αν αφήσεις επί χρόνια ένα δάσος γεμάτο ξερά χόρτα, κλαδιά και συσσωρευμένη καύσιμη ύλη, όταν ξεσπάσει η φωτιά μπορεί να στείλεις όσους πυροσβέστες θέλεις. Εκείνοι θα τρέχουν πλέον πίσω από μία καταστροφή που έπρεπε να έχει περιοριστεί πριν καν ξεκινήσει.
Και γι’ αυτό δεν μου αρκεί πλέον να ακούω πόσες χιλιάδες πυροσβέστες προσλήφθηκαν. Θέλω να ξέρω πόσα δάση καθαρίστηκαν πραγματικά. Πόση καύσιμη ύλη απομακρύνθηκε. Πόσα χρήματα δόθηκαν σε κάθε περιοχή και τι ακριβώς έγινε με αυτά. Ποιος έλεγξε τα έργα και, κυρίως, ποιο ήταν το αποτέλεσμα.
Γιατί όταν μία κυβέρνηση γνωρίζει επί χρόνια ότι ο κίνδυνος αυξάνεται και παρ’ όλα αυτά βλέπουμε ξανά και ξανά τεράστιες καταστροφές, δικαιούμαστε κάποια στιγμή να αναρωτηθούμε: είναι μόνο ανικανότητα;
Και κάπου εδώ αρχίζει η δική μου καχυποψία.
Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή κάποιος υπουργός πηγαίνει μέσα στο δάσος και βάζει φωτιά. Προφανώς δεν μιλάμε γι’ αυτό. Ούτε έχω στα χέρια μου ένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι υπάρχει κρατική εντολή εμπρησμού. Αν υπήρχε τέτοια απόδειξη, δεν θα μιλούσαμε για άρθρο άποψης αλλά για μία τεράστια ποινική υπόθεση.
Η δική μου θέση είναι διαφορετική.
Πιστεύω ότι πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά αν η χρόνια ανεπάρκεια στην πραγματική πρόληψη είναι απλώς αποτέλεσμα κακής διοίκησης ή αν, κάποια στιγμή, η καταστροφή των δασών έχει μετατραπεί σε ένα κόστος που το κράτος είναι διατεθειμένο να αποδέχεται.
Και για να καταλάβει κανείς γιατί κάνω αυτή τη σκέψη, πρέπει να σταματήσει να κοιτάζει κάθε φωτιά ξεχωριστά και να δει τι συμβαίνει συνολικά στη χώρα τα τελευταία χρόνια.
Η Ελλάδα αλλάζει με τεράστια ταχύτητα τον ενεργειακό της χάρτη. Ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά πάρκα και μεγάλες επενδύσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας εγκαθίστανται σε ολόκληρη τη χώρα. Παράλληλα, για χρόνια ακούμε ότι η παραγωγή από ΑΠΕ αυξάνεται τόσο γρήγορα ώστε σε συγκεκριμένες ώρες το ηλεκτρικό δίκτυο δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την παραγόμενη ενέργεια και απαιτούνται περικοπές.
Και εδώ υπήρχε πάντα μία απορία που προσωπικά δεν μπορούσα να λύσω.
Γιατί βιαστήκαμε τόσο πολύ να δημιουργήσουμε τεράστια παραγωγική ισχύ πριν δημιουργήσουμε την αντίστοιχη δυνατότητα αποθήκευσης; Γιατί οι μεγάλες μπαταρίες, τα έργα αποθήκευσης και οι απαραίτητες υποδομές δεν προηγήθηκαν ή τουλάχιστον δεν αναπτύχθηκαν με τον ίδιο ρυθμό;
Η απορία μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν άρχισαν να ανακοινώνονται το ένα μετά το άλλο τεράστια σχέδια για data centers στην Ελλάδα.
Και εκεί, για μένα, εμφανίστηκε ένα νέο κομμάτι στο παζλ.
Τα data centers δεν είναι ένα ακόμη εργοστάσιο που λειτουργεί μερικές ώρες και μετά κλείνει. Χρειάζονται τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας σε συνεχή βάση. Ειδικά τώρα, με την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, οι ενεργειακές ανάγκες αυτών των υποδομών αυξάνονται εντυπωσιακά. Μιλάμε για εγκαταστάσεις που μπορούν να καταναλώνουν ηλεκτρική ισχύ αντίστοιχη με εκείνη ολόκληρων περιοχών.
Και τότε γεννιέται αναπόφευκτα το ερώτημα: μήπως η τεράστια ανάπτυξη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που παρακολουθούμε εδώ και χρόνια δεν είναι τόσο παράλογη όσο φαινόταν; Μήπως γνωρίζαμε ότι έρχεται μία νέα οικονομία που θα χρειάζεται ακριβώς αυτή την τεράστια ποσότητα ρεύματος;
Αυτό από μόνο του δεν είναι κάτι παράνομο. Αν η Ελλάδα θέλει να γίνει ενεργειακός και τεχνολογικός κόμβος, αυτό είναι μία πολιτική επιλογή που μπορεί να υποστηρίξει ή να απορρίψει ο καθένας.
Το ζήτημα για μένα αρχίζει όταν δίπλα σε αυτή την εικόνα τοποθετώ και μία δεύτερη: τις τεράστιες δασικές εκτάσεις που χάνονται ξανά και ξανά από τις πυρκαγιές.
Γιατί τότε αρχίζω να αναρωτιέμαι τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτές τις περιοχές μετά.
Ποια ήταν η χρήση της γης πριν από την πυρκαγιά; Υπήρχαν αιτήσεις ή άδειες για ενεργειακά έργα; Υπήρχαν επενδυτικά σχέδια που συναντούσαν αντιδράσεις; Τι εγκρίθηκε μετά; Πού δημιουργήθηκαν αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα; Ποιοι ήταν οι επενδυτές; Πότε κατατέθηκαν οι αιτήσεις τους; Πριν ή μετά τη φωτιά;
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η συζήτηση συνήθως διακόπτεται απότομα, επειδή όποιος θέσει τέτοια ερωτήματα κινδυνεύει αμέσως να χαρακτηριστεί «συνωμοσιολόγος».
Δεν συμφωνώ.
Το να ζητάς στοιχεία δεν είναι συνωμοσιολογία. Το να βλέπεις μία επαναλαμβανόμενη κατάσταση και να ζητάς να μάθεις ποιος ωφελήθηκε δεν είναι συνωμοσιολογία. Είναι το πρώτο πράγμα που κάνει κάποιος όταν προσπαθεί να καταλάβει μία μεγάλη πολιτική ή οικονομική υπόθεση.
Δεν υποστηρίζω ότι κάθε περιοχή που κάηκε γέμισε την επόμενη ημέρα ανεμογεννήτριες. Ούτε ότι κάθε έργο ΑΠΕ σε περιοχή που έχει καεί αποτελεί απόδειξη εμπρησμού. Μία τέτοια γενίκευση θα ήταν ψευδής και θα κατέστρεφε κάθε σοβαρή συζήτηση.
Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι υπάρχει αρκετός λόγος για να ζητήσουμε πλήρη διαφάνεια.
Για κάθε μεγάλη πυρκαγιά των τελευταίων ετών θα έπρεπε να υπάρχει ένας δημόσιος, εύχρηστος χάρτης. Να μπορεί ο κάθε πολίτης να πατήσει πάνω στην καμένη περιοχή και να δει τι ακριβώς υπήρχε εκεί πριν από τη φωτιά, ποιες αιτήσεις για ΑΠΕ είχαν κατατεθεί, ποιες άδειες είχαν εκδοθεί, ποιες εκδόθηκαν αργότερα, ποιοι είναι οι επενδυτές, ποια έκταση αναδασώθηκε και τι υπάρχει σήμερα στο ίδιο σημείο.
Και δίπλα σε αυτά θα έπρεπε να υπάρχει ο πλήρης λογαριασμός της πρόληψης. Πόσα χρήματα δόθηκαν για το συγκεκριμένο δάσος πριν καεί; Ποιος ανέλαβε τον καθαρισμό; Πότε έγινε; Πόσα στρέμματα καθαρίστηκαν; Ποιος παρέλαβε το έργο;
Αν όλα είναι όπως πρέπει, αυτή η διαφάνεια θα είναι η καλύτερη απάντηση σε οποιαδήποτε υποψία.
Γιατί υπάρχει και κάτι ακόμη που με ενοχλεί βαθιά.
Όταν συμβαίνει μία καταστροφή μία φορά, μπορεί να είναι ατυχία. Όταν συμβαίνει δεύτερη, μπορεί να είναι σοβαρό λάθος. Όταν όμως ένα κράτος αντιμετωπίζει επί χρόνια την ίδια απειλή, γνωρίζει ακριβώς τι έρχεται κάθε καλοκαίρι, διαθέτει επιστημονική γνώση, χρηματοδότηση, προσωπικό και μέσα και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να χάνει τεράστιες δασικές εκτάσεις, τότε κάποια στιγμή η λέξη «ανικανότητα» δεν αρκεί ως εξήγηση.
Δεν λέω ότι έχω την τελική απάντηση.
Λέω ότι προσωπικά δεν μπορώ πλέον να δεχτώ χωρίς δεύτερη σκέψη την επίσημη αφήγηση ότι κάθε χρόνο απλώς είμαστε άτυχοι, ότι φύσηξε περισσότερο, ότι έκανε περισσότερη ζέστη και ότι απέναντι στην κλιματική κρίση δεν μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα.
Γιατί η κλιματική κρίση δεν είναι δικαιολογία για την έλλειψη πρόληψης.
Είναι ο μεγαλύτερος λόγος για να υπάρχει πρόληψη.
Και όταν ταυτόχρονα βλέπω μία χώρα να μετασχηματίζει με πρωτοφανή ταχύτητα το ενεργειακό της μοντέλο, να εγκαθιστά τεράστια ισχύ ΑΠΕ, να δημιουργεί νέες ενεργειακές υποδομές και τώρα να προετοιμάζεται για γιγαντιαία data centers και την ενεργοβόρα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, δεν μπορώ να αντιμετωπίζω όλα αυτά σαν άσχετες ειδήσεις σε διαφορετικές σελίδες μιας εφημερίδας.
Τα βάζω δίπλα δίπλα.
Και βλέπω ένα μοτίβο που, κατά τη γνώμη μου, αξίζει τουλάχιστον να ερευνηθεί.
Ίσως στο τέλος αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει καμία σύνδεση. Μακάρι.
Αλλά αυτό δεν θα το αποδείξουν οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις ούτε το «εμπιστευτείτε μας».
Θα το αποδείξουν τα στοιχεία.
Γιατί η εμπιστοσύνη προς την εξουσία δεν απαιτείται. Κερδίζεται με διαφάνεια.
Και μέχρι να έχουμε αυτή τη διαφάνεια, επιτρέψτε μου να κρατώ τις αμφιβολίες μου.
Γιατί όταν οι ίδιες «συμπτώσεις» εμφανίζονται ξανά και ξανά, κάποια στιγμή ο πολίτης δικαιούται να σταματήσει να κοιτάζει το κάθε γεγονός ξεχωριστά και να κάνει κάτι πολύ απλό:
να ενώσει τις τελείες.



